Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

ΟΡΚΟΣ


Μια συννεφιασμένη ημέρα
και είπα να της μαρτυρήσω τα μυστικά μου.
Το συνοικέσιο του ήλιου
μελαγχόλησε την αγάπη μου.
Στο πέρασμα της μέρας
γδύθηκα μπροστά στην αλήθεια.

Προς ώρας ξεγέλασα τις στιγμές.
Αργότερα αυτές με πούλησαν,
με εκδικήθηκαν.
Οι μνήμες φωτιά που καίει,
η προσμονή αέρας που με παρασέρνει.

Κλώτσησα και πάλι την αισιοδοξία,
μου αρνήθηκε τα χάδια της.
Ορκίστηκα να μην ξανά αγαπήσω
μα πάλι γελάστηκα.



Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

ΟΙ ΘΡΗΝΟΙ ΤΩΝ ΣΚΙΩΝ

Ένα αγιοπότηρο γιομάτο απ' το αίμα των Αγίων Ποντίων,
ξεδιψά τα χείλη των τιποτένιων εκείνων Ελλήνων
που στέγνωσαν τα χείλη τους υμνώντας τα σάπια κουφάρια των βέβηλων
της μαυροφορεμένης μας φυλής.

Στις ερημιές του Πόντου ακόμα οι θρήνοι βοούν,
μοιάζουν με τα κρυμμένα μυστικά,
με  τα όνειρα που έμειναν να παίζουν στις σκιές.

Τα νήματα του χρόνου έπλεξαν την ιστορία
βαμμένα κόκκινα απ' το αίμα των μαρτύρων.
Στάθηκε απέναντι τους του μέλλοντος ο ιστορικός
και έγιναν γι' αυτόν τα νήματα αυτά αγχόνη.

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Αλλάζουν τα πρόσωπα
μα όλα είναι τόσο ίδια.
Στο πέρυσι εισέβαλε το φέτος ξεδιάντροπα.
Πάλιωσαν τα αισθήματα,
ξεθώριασαν στον ήλιο του καλοκαιριού.
Κονταίνει και πλαταίνει η μνήμη
όπως η άμμος στων κυμάτων τα καπρίτσια.
Μοιάζουν με κουρέλια τα φύκια στην ακτή
όπως πάλιωσαν οι στιγμές και γίνηκαν νοσταλγία.
Και πάλι το φέτος θα γίνει πέρυσι.

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

ΤΗΣ ΘΥΓΑΤΕΡΑΣ Ο ΧΑΜΟΣ

Θρηνεί  ακόμα ο Μάης το χαμό της,
μια θυγατέρα έχασε όμορφη.
Στάζει δάκρυ και αίμα τώρα το βασιλικό λαδόπανο
που βάσταζε τότε στα χέρια του ο νουνός της.
Στα χέρια  ‘ κείνα  αναστήθηκε, γυναίκα όμορφή
και ζηλεμένη που ως τα τώρα στέκει.
Μα ύστερα από τ’ αξημέρωτο ήρθε φωτιά,
φωνές και σκύλοι λυσσασμένοι αλυχτούν στα καλντερίμια.

Βροντούν του κάτω κόσμου τα τύμπανα,
και δαίμονες σιδερόφραχτοι αλαλάζουν.
Διψούν,
ζητούν με των Ρωμιών το αίμα
να γράψουν το παρελθόν των απογόνων τους.

Στοιβαγμένα τα κορμιά στους παράδρομους
και στις πλατείες.
Και οι εκκλησιές άγια ποτήρια γεμάτα αίμα!
Ερείπια και έξω επαιτεί η αριστοκρατία,
της συγκλήτου τα χρυσά νομίσματα  ιερά συλημένα.

Σαν ήρθε εκείνη η άτιμη η ώρα, η κόρη ξεψυχά,
ανήμπορη ν’ αντισταθεί στο ουρανού την προσταγή.
Αποχαιρετά η πνοή το σώμα
σαν κλείσει και ο  τελευταίος Βασιλιάς τα μάτια του.
Βασίλεψε ο ήλιος μα το στεφάνι αστραποβολεί
του μαρτυρίου και της ιστορίας την ασάλευτη καθέδρα.