Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

TΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Αγέλες μορφών καλπάζουν ασταμάτητα στης υπαίθρου
το ελεύθερο βήμα.
Μια φύση στολισμένη, πρόσωπα που λάμπουν στου
ήλιου τις ακτίνες, που γελούν, που αγαπιούνται.
Ασταμάτητη-ακόρεστη αναζήτηση σε ζωές που
κοσμήθηκαν από του έρωτα τα πλουμιστά χαϊμαλιά.
Μετάγγιση πάθους αποδιώχνοντας το ψυχρό βλέμμα
ενός εαυτού.

Αυταπάτη, νοσηρή αίσθηση βγαλμένη από
καρδιές που ποτέ δεν αγάπησαν, που ποτέ
δεν ευλογήθηκαν με την αγάπη των άλλων, που δεν
βλάστησαν από την υγρασία της.
Κατάξερος κάμπος που αδυνατεί να ζήσει μορφές ανθρώπων.
Στέγνωσε το πάθος που συντηρούσε σκέψεις,
της επιθυμίας τα έργα θέριεψαν.
Ένα σφιχταγκάλιασμα, λίγες στιγμές σε ταξίδι με ναύλα
των ματιών τη δέσμευση.
Μια φυλακή σκοτεινή η απουσία.

Πρώτη δημοσίευση: Ποιητικό Ημερολόγιο 2012 από τις εκδόσεις Ιωλκός.
Θερμές ευχαριστίες στο μουσικολόγο, κριτικό μουσικής και θεάτρου
κ.Κωνσταντίνο Καράμπελα - Σγούρδα.

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

Ολάνθιστο υπήρξε το λιβάδι και τώρα ο αέρας το χτυπά
σκορπώντας τα φύλλα των δένδρων, κιτρινισμένα και
κατάξερα αιωρούνται, της εποχής  το τέλος διαλαλούν.
Ερημώνει  ο τόπος  χάνοντας  των χρωμάτων
την ζωντάνια, ο ήλιος ψήλωσε γυρίζοντας την πλάτη,
θέλει να αφήσει την γη να ξαποστάσει.


Το κέφι του καλοκαιριού ατονεί, καταλαγιάζει  ενός
έρωτα το πάθος και μένει η αγάπη.
Σύννεφα  όλο και πιο συχνά  χορεύουν  μπρος  στα μάτια μας 
αφήνοντας  δάκρυα  να τρέξουν από των αναμνήσεων τις  πηγές.
Ξαπλώνει  η σκέψη πάνω στις λιάστρες  ψημένη από του
ήλιου του καυτού  τις  ακτίνες, φτιάχνουμε φυλλάδες 
θέλοντας  να  προφυλάξουμε  το μέλι της από την μπόρα.


Φθινόπωρο  γεμάτο μυρωδιές που είχαμε ξεχάσει 
αποποιώντας την ωχρή του εικόνα  σε μια παρεξήγηση 
βαθειά  μέσα  μας.
Μόνο κλαδιά  γυμνά  και καλαμιές  που λυγίζουν σε χορό
αισθησιακό  δίχως  πέπλα  γύρω μας.
Θαμπώνει  η ματιά από τη σκόνη που ξεσηκώνει
η συνειδητοποίηση   της επερχόμενης  μοναξιάς  ξεχασμένη
στον ίσκιο των δένδρων.

ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ

Των χνώτων το ψιθύρισμα αντιλαλεί  στην κόγχη
του αυτιού, μέσα βαθειά αποθησαυρίζονται  λόγοι
γεμάτοι πάθος.Ακούσματα στο χρόνο που γλιστρά
αδιάκοπα αναζητώντας μια σχισμή να χτίσει
με λάσπη τη φωλιά του.
Εμφαίνω κρυφά ενθυμήματα ενάντια στης απαγόρεψης
το κατάφωτο μπαλκόνι. Ρίζες λουλουδιών σε πήλινες
γαστέρες γεννούν τις μυρωδιές των παιδικών μου εικόνων.  


Θαμπό το πρωινό με τον ήλιο να στεγνώνει την υγρασία
των ματιών μου. Χτυπώ της μοναξιάς το παραπόρτι
δίχως να σκεφτώ, αναμένω την απόκριση,
αφουγκράζομαι ν’ ακούσω των ποδιών το σύρσιμο.
Έρωτες, πάθη και αγάπες στης αυλής τα περβάζια
ξαποσταίνουν, γιγάντεμα στο μυαλού μου φαντάζουν
οι σκιές τους.
Ταξιδιώτες  που τους φίλεψα ότι καλούδια είχα
δροσίζοντας  τους με των φιλιών της βρύσης.


Πέρασμα κλέφτικο η παρουσία τους,
άσεβος στον όρκο που χα δώσει,
στέκω χαμένος στου λογισμού το αρμολόγημα.
Της αγιάς Αλήθειας προσκυνώ το
ιερό εικόνισμα, μιας γραίας η μορφή που στέκει ζωγραφισμένη πάνω
στης καρδιάς το ξύλο.
Αντανακλά των πειρασμών και των βασάνων 
τα καμώματα πάνω στης άσχημης μορφής - το κάλος .
Σταυρώνω του στήθους το κεντρί,
ν’ απολαχάνω θέλω από την βράση που ξεκίνησε καθώς με γέννησαν.