Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

ΕΦΑΝΗ


Ένα μωρό κλαίει απόψε,
η έρημος ξεδιψά.
Αστέρια αγρυπνούν,
ζηλεύουν σαν είδαν ένα λαμπρότερο.
Η γη θηλάζει το Λόγο
και οι άνθρωποι προσκομίζουν
πλούτη αποκτημένα από την ένδεια τους.
   

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΗ ΚΛΗΣΗ


Στυλοβάτες και μύστες
των ονείρων και ξάφνου ο κρότος
διαρρηγνύει της νύχτας την απάτη.
Ερημιά παντού,
γύρω μας κλέφτες και ζητιάνοι.
Η γη πονά, κουρασμένα μέλη
στέκουν όπου βρουν
και πίνουν από τους νερόλακκους.

Έκανα να προσπεράσω
μα στάθηκα άτυχος,
σκόνταψα στου παρελθόντος
τα τσακίσματα.
Βγήκε η κραυγή μου κι ύστερα
ξύπνησα πάλι μονάχος.
«Δυο λόγια προσευχής πήγα να πω...»
Σα τηλεφώνησα στον αριθμό
που μου δώσαν  δεν έλαβα απόκριση.

Περνά η ώρα, θαρρώ δε το ξέρω;
Κι όμως αδυνατώ να φύγω,
καθρέφτες γεμάτοι ίχνη
και εγώ στέκομαι εμπρός τους.
Ξανά τηλεφωνώ μη και κάποιος το σηκώσει.
Γελάστηκα,
θέλω να φύγω,να πετάξω, ν' αφήσω θέλω πίσω
όσα ποθούσα και τώρα πάλιωσαν.


 

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

ΟΙ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟΙ ΑΕΤΟΙ


Ατόνησαν των επετείων
οι εκδηλώσεις,
ξεθώριασαν οι πεποιθήσεις
στου καιρού το πέρασμα.
Νηστικά στόματα,
γλώσσες στεγνές, διψασμένες.
Οι μνήμες φοβισμένες κοιτούν
από τα παράθυρα  καθώς
παρελαύνουν οι ηλικίες.
Άκαρπα δέντρα, αμπόλιαστα,
κουρασμένη γη δίχως αγρανάπαυση.
Φεύγουν τα βροχοφόρα νέφη,
πάλι οι ακτίνες εκείνου  του αλλιώτικου
ήλιου θα ξεσχίσουν τα σώματα μας.
Τώρα γιορτή, αμίλητη
όπως αυτοί…… τη θέλουν.
Φυλακισμένοι αετοί κερασφόροι
με φτερά πληγωμένα.
Κάθε τέτοια ημέρα  δένουμε
τις πληγές τους με τη σημαία της πατρίδας μας.
Κουρελιασμένη σημαία
από τα χέρια αυτών που
ορκίστηκαν να τη φυλάσσουν ,
δήθεν τιμητές των καταληστευμένων
πλέον ιδανικών του έθνους μας.

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΑ ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙΑ


Ποτάμι ο λόγος που φουσκώνει
με τις πρώτες στάλες της βροχής.
Ρέει το φθινόπωρο σαν το μέλι
στο μονοπάτι των εποχών.

Η αίσθηση επαναπατρίζεται 
στις άνυδρες ψυχές μας
αναζητώντας τα πρωτοβρόχια.
Βροχοφόρα νέφη μοιάζουν τα μάτια μας.
Σκοτεινιά, η ώρα περνά
αφήνοντας πίσω, της θύμησης
κοφίνια γεμάτα περισσεύματα.

Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2012

ΔΙΑΒΑΤΗΣ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΟΦΩΤΟ


Προχωρά μετρώντας τα βήματα, 
κρατά για στήριγμα ένα ραβδί χαράζοντας 
στο νοτισμένο από την υγρασία χώμα 
ένα άλλο μίτο μη και χάσει το δρόμο. 
Διαβάτης ανέμελος αναστατώνοντας 
τις φωλιές των φασιανών από το ράπισμα 
των κλαδιών γύρω  του.
Μονοπάτια που διασχίζουν τις αψίδες των θάμνων 
και των δένδρων  την παράταξη, 
ξέφωτα στο φως του ήλιου προσπερνά 
μ’ ένα βήμα που θυμίζει το πάτημα στα πλήκτρα ενός  πιάνου.

Λιποταχτεί από ένα κόσμο βαμμένο με κάρβουνο,
ένα έργο απ' το οποίο απουσιάζει 
το φως της νύχτας.
Ιχνηλάτης μα και χαρτογράφος 
με συντροφιά το ολόγιομο φεγγάρι, 
τραβά το δρόμο του απερίσπαστος 
καλλωπίζοντας τις σκέψεις του με ότι έχει γύρω του.
Μονιάζει στην ιδέα της μοναξιάς ξελογιασμένος
από τη θέα του ουρανού, προχωρά για να φτάσει 
χωρίς να είναι βέβαιος αν σταματήσει.

Περιπλανιέται στης φαντασίας την ελεύθερη 
πολιτεία με νόμο την αυτοδιάθεση της σκέψης.
Καθοδηγείται στο διάβα του από τη φωνή 
μέσα του σαν κάποιος να του υπαγορεύει 
την παρτιτούρα της περιηγητικής του περιέργειας.  





Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

ΣΤΟΝ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ ΣΜΥΡΝΗΣ



Ορφάνεψαν τα παιδιά της Ιωνίας
μέσα στην αυγουστιάτικη  νύχτα.
Στους καπνούς τώρα χάθηκε εκείνη η κόρη
που ξέφυγε απ’ της Τροίας τον ορυμαγδό.
Αιώνες πριν σ’ αυτά τα χώματα
ο Αχιλλέας έπεφτε νεκρός και τώρα
πάλι γένος ελληνικό σφαδάζει.
Ποτίζει με το αίμα του το χώμα,
εκεί που σπαρμένα στέκουν, αμίλητα
της ιστορίας τα σημάδια.

Γέρος, αγέρωχος, ποιμένας άγρυπνος
και δοξασμένος. Ανδρείος μένει νικητής
στα χέρια τους, που παρά μόνο όπλα
και μαχαίρια ξέρουν να δουλεύουν.
Λερώθηκε μα δε σκοτείνιασε το ιλαρό του πρόσωπο
καθώς συρόταν μες στ’ αποκαΐδια της πόλης του.
Σκύβουν τα δέντρα, οι ρίζες τους σφίγγουν
από πόνο και το κύμα, και εκείνο ακόμη
θρηνεί στην άδεια προκυμαία.

Έσβησε το καντήλι που έφεγγε
από το παραθύρι της Αγίας Φωτεινής.
Σκελετωμένο στέκει το κωδωνοστάσιο
που ξύπναγε την πόλη,
άδειασε το Δεσποτικό.
Γέμισε η θάλασσα από σώματα ατιμασμένα,
μαζί τους χάθηκε ο αλιεύς τους.
Χόρτασε η γη αίμα και κορμιά που κάποτε
ανέμελα ζούσαν εδώ, υπέστειλαν των ασεβών τα χέρια
εκείνο που του ανήκε ο τόπος τούτος.
Τώρα ακόμα μια επέτειος, μα αν ξεχάσουμε θα πάψουμε να υπάρχουμε.




Προσωπικό σχόλιο: Στις 27 Αυγούστου του 1922 για μια ακόμη φορά η Ελλάς αιμορραγεί,
σφαγή, βιασμοί, φωτιά και ξεριζωμός για τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας.
Θρήνος και πόνος συνόδευσαν τους πρόσφυγες στη μητέρα Ελλάδα που μόνο μητέρα
δε στάθηκε σ' αυτούς τους ανθρώπους.
Όσοι έμειναν πότισαν με το αίμα τους τη γη που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, μαζί τους
ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος και τέσσερις επίσκοποι, πλήθος κληρικών και λαϊκών.
Η γη της Ιωνίας κοκκίνισε, η προκυμαία της Σμύρνης έγινε σφαγείο με τους '' συμμάχους''
να κοιτούν και να αποτελειώνουν το έργο των Τούρκων....
Ένα ποίημα στη μνήμη του εθνομάρτυρα Χρυσοστόμου, μια επιτύμβια στήλη στον άγνωστο τόπο ταφής του αν δε δόθηκε βορά στα σκυλιά.
Ένα μνημόσυνο στη μνήμη της γιαγιάς Σταματίας και του παππού Αλέξανδρου που άφησαν εκεί..... πίσω την παιδική τους ηλικία κατατρεγμένοι.
Που εμπιστεύτηκαν σε μας τις μνήμες και τη νοσταλγία τους.

Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ


Δίσκος φωτεινός γεμάτος με τα κεράσματα του ουρανού
σε μια γιορτή αυγουστιάτικη.
Χορός, τραγούδι που εξιστορεί  του πάθους
τις σκανταλιές συνεπαρμένες απ’ της λάμψης το χαμόγελο.

Στης  αγκαλιάς το καταπράσινο λιβάδι
διαρρηγνύει  την ερεβώδη νύχτα το άνθος που κρύβεται
απ’ το φως του ήλιου.
Λίγο πιο πέρα της θάλασσας η ορχήστρα
κρατά συντροφιά  στου έρωτα και της αγάπης το ανδρόγυνο.

Θέρος και το σκοτάδι μετουσιώνεται
εξαγνίζοντας των ματιών την εικόνα.
Χρυσάφι γεμίζει ο ουρανός λες και είναι της αρχαίας πυραμίδας
το κτέρισμα συνοδεύοντας τη φαραωνική ματαιοδοξία.
Το ζέον της καρδιάς πλημυρίζει από αγάπη
που αχνίζει στο φως της από του φιλιού τη θέρμη.

Προσοικειώνομαι με το ολοφώτεινο πρόσωπο της σελήνης
που αντικατοπτρίζει την συνεύρεση των σκέψεων.
Αφαιρούμαι νομίζοντας πως ο ήρωας είμαι ενός παραμυθιού
που λυτρώνεται από του φεγγαριού τη λάμψη.
Τείνω να σμαλτώσω τα σημάδια που αφήνει η σκιά της
θέλοντας να κρατήσω δική μου την αποψινή νύχτα,
σφιχταγκαλιάζω το άλλο μου μισό για να συμπληρώσω εμένα.

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2012

ΣΥΛΛΟΓΗ


Καταμεσήμερο και εγώ στης  θύμησης
περιπλανιέμαι τα σοκάκια
την ώρα που ο ήλιος επιδεικνύει
την δύναμη του, θαυμάζω τα πολύχρωμα
ανθοστόλιστα μπαλκόνια.

Ένας πλούτος λουλουδιών
που αναδύουν μυρωδιές ξεχωριστές
κάνοντας τον περαστικό
να στέκει μεθώντας σαν τη μέλισσα
που αναζητά το νέκταρ.
Παντού το βλέμμα μου κι αν ρίξω
τα κάτασπρα σπίτια φορούν  τα καλά τους
καλωσορίζοντας τον επισκέπτη.

Βαδίζω κατάκοπος
στη ζέστη θέλοντας να κλειδώσω
με τη στράτα στη σκέψη μου αυτά που βλέπω.
Σκυλάκια, Λεύκανθο, Γαρύφαλλο ,
Γεράνι και Πανσές, Βασιλικός και Αρμπαρόριζα
γλυκαίνουν την όραση μου ανοίγοντας
τη γυάλα με το γλυκό κυδώνι.

Δε θέλω να ημερέψω
στο άδειο μου δωμάτιο,
εκεί έξω ζει η ωραιότητα,
το κάλος της ύπαρξης μας  που πετάξαμε
για κάτι άλλο.
Αρκεί να στρέψουμε τη νόηση
μας στο όμορφο, στο ωραίο
και τότε θα καταλάβουμε τι ονομάζουμε ζωή.

Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

ΜΕΛΑΝΟΔΟΧΕΙΟ ΓΕΜΑΤΟ ΘΑΛΑΣΣΑ


Ένα κομμάτι ξύλο ξεβράστηκε μπροστά μου, το πήρα,
το  έκλεψα  και  πήγα να γράψω πάνω 
στη γαληνεμένη της όψη.
Άκουσα να ψιθυρίζει κοιτώντας τ’ ουρανού τα μάτια.
Μιλούσαν κι αφουγκράστηκα με της ψυχής 
τ’ αυτιά για έναν που τον έλεγαν Παθιασμένο ‘Έρωτα, 
μα ξέρω πως γι’ αυτούς μιλούσαν. 
Ήπια αλατόνερο θέλοντας να κλέψω τα μυστικά της.
Μου χαμογέλασε, με χάιδεψε με το κύμα 
της μα δε μου μίλησε.
Αποτραβήχτηκα σαν άμπωτη στην άμμο 
μη σταματώντας να τους κοιτάζω.
Τη μια γινόμουν ουρανός, την άλλη θάλασσα.

Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

ΤΡΙΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 1453


Πάνω σε λεκιασμένο χαρτί έγραψα στίχους
που μου υπαγόρεψε η βροχή.
Ξημέρωμα Τρίτης, σήμερα ήταν που έσβησε
ο λύχνος της ανατολής.
Ορδές προσώπων σκοτεινών,κόκκινα μάτια
και πέφτει πληγωμένος ο δικέφαλος αετός.

Σωπαίνω και ακούω τις στάλες της μπόρας
να σιγοψέλνουν της Αλώσεως τον θρήνο.
Ψάχνω να βρω πίσω απ' τα σύννεφα την ελπίδα.
Δεν κάνω ευχή, επίκληση ξεστομίζω να βρω
τις χρυσές του περικνημίδες, να τις προσκυνήσω ποθώ.

Ακουμπώ πάνω στο βωμό που έχτισα απ' τα ερείπια
των τειχών λίγο λιβάνι, δυο κλάδους δάφνης
πλεγμένους με ελιά.
Αναπαυθείτε γενναίοι,θα ορθρίσει,θα πλύνουμε
τις πληγές σας με το πρωινό δροσό της ελληνικής υπαίθρου.




Προσωπικό σχόλιο:Τρύγησα τα συναισθήματα της σημερινής ημέρας.
Η θλίψη των συμφορών του γένους αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξης μας.
Δεν θα μπορούσα να μείνω παγερός θεατής αυτής της επετείου κοιτώντας πίσω
 από τη γυάλινη προθήκη της λησμονιάς.

Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

ΞΕΦΥΛΛΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Ένας πολύχρωμος μήνας, μόνη ωραιότητα η φύση γύρω μας.
Όσο ο χρόνος τρέχει σαν παιδί αμούστακο τόσο
οι ζωές μας προσεγγίζουν το μετά...
Ζεστές ημέρες και οι σκέψεις μας σκίαστρο στον ήλιο
τον ζεστό, υγρό φιλί στο διψασμένο χαμόγελο.
Γυμνό σώμα πίσω από τις φυλλωσιές κρυμμένο
από τα νοσηρά μυαλά μιας ανέραστης ύπαρξης.
Πολεμά το γνώριμο, κλείνει τα μάτια στο έργο που ζει,
φτωχαίνει χάνοντας την άνοιξη πετώντας της πέτρες.

Ποιος άραγε να μπορεί να εξηγήσει της φύσης
την αντίφαση των εποχών!
Κλεμμένα λόγια και αισθήσεις νεκρές και τώρα
ανθούν παντού. Δεν άντεξε κανείς να μιλήσει
για τα νόθα αισθήματα όπως τα λένε, όσοι το έκαναν
είναι γιατί τα ζήλεψαν.
Αναθεμάτισαν ότι δεν έχουν και τώρα τριγυρνούν
με πικρό το στόμα. Αγριεμένα πρόσωπα και σκοτεινά
δίχως χαμόγελο, στοιχίζει βλέπεις.
Κρατούν τα ιμάτια τους μαζεύοντας λουλούδια
για να πλέξουνε στεφάνι,κλείνει η πόρτα πίσω
τους και βλέπεις κρεμασμένα αγκάθια.


Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

ΤΟ ΧΑΡΤΟΚΟΥΤΟ

Έψαχνα μέσα σε παλιά ξεχασμένα παιχνίδια να βρω
κάποιες στιγμές που έμειναν πίσω στο δρόμο.
Ένα χαρτόκουτο ψηλά στο ράφι του παιδικού δωματίου
και μέσα του αναπαύεται το παρελθόν της νιότης.
Στεγνό το στόμα από την πολυλογία και τώρα
αναζητώ ποτήρι με νερό.
Δεν θυμάμαι να πίστευα ποτέ πως θα φτάσω ως εδώ,
αναζητώντας, ψηλαφώντας, μουρμουρίζοντας.


Ένα απόγευμα ήταν που αντί ο ήλιος να πλαγιάσει
αυτός θέριεψε και με κράτησε ξύπνιο.
Κοιτώ το ρολόι στο χέρι μου, οι δείκτες του γυρίζουν
σαν ξεχασμένοι από το χρόνο, μεθυσμένοι χορευτές.
Δίπλα γράφω και σβήνω σκέψεις και λόγια που στριφογυρίζουν 
στο μυαλό μου παίζοντας μουσικές καρέκλες. 


Πως είναι  δυνατόν τώρα να μου συμβαίνει αυτό; 
Αναρωτήθηκα σκύβοντας πάνω από το χαρτόκουτο
σ’ εκείνο το ράφι.
Μέσα μου πεταρίζει ο νεοσσός, άραγε  αν μεγαλώσει 
θα γίνει γεράκι; θα πληγώσει με τα νύχια του;    

Θέλω να το ζήσω πριν οι δείκτες βρουν το ρυθμό τους
 και με παρασύρουν στη δίνη του χρόνου.
Φοβάμαι μην κάνω λάθος, δε θα αρκεί μια γομολάστιχα 
να το απαλείψει. Χαριεντίζεται και εγώ την παρατηρώ 
σιωπηλά χαμογελώντας.
Ακούω μουσική σταλμένη και την ρωτώ, εκείνη όμως δεν
απαντά, συνεχίζει να μου χαμογελά και να μου γνέφει.


Έμεινα για άλλη μια φορά να κοιτώ κλειστό 
το χαρτόκουτο.
Ίσως την επόμενη!








Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΗΜΕΡΑ

Αντάμωσε ο Απρίλης τη Λαμπρή,
πλεγμένα έχει στα μαλλιά της πασχαλιές  και κρίνα.
Του δεντρολίβανου το άρωμα φορά τυλιγμένη
σ’ ολόλευκο μετάξι κεντημένο.
Κόκκινο βελούδο κρατά η γη και τα παιδιά
σε κάθε γειτονιά με αγκαλιές λουλούδια.

Το χώμα ποτισμένο από το δάκρυ Του
και στο σημείο εκείνο  ανθεί ελπίδα.
Έφτασε καιρός, χαμογελά η προσμονή αποδιώχνοντας
τη λύπη της σελήνης .

Κρυφά κοιτά απ’ της ψυχής τη χαραμάδα,
η μεταμέλεια κοινωνεί απ’ τις πληγές Του για
να πάρει πίσω τη ζωή.
Έρχεται το πλήθος για να δει, για να χλευάσει.
Στο πρόσωπο και στην πλάτη τα ραπίσματα
στάζουν αγάπη, μιλούν για στοργή.

Φτάνει η ώρα εκείνη που τη σιγή θα σκίσει,
θα την τρομάξει μια ροπή. Κυλά ο λίθος
καταπλακώνοντας τα πάθη,τις έριδες, τις κακίες,
το εγώ και τον Άδη που ψυχορραγεί.





Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

ΓΛΥΚΟΧΑΡΑΖΕΙ Η ΑΝΟΙΞΗ

Νωρίς το πρωί στο λιβάδι, παντού διάσπαρτοι ανθοί,
μου χαμογελά η φύση σκέπτομαι.
Θέλω να κυλιστώ πάνω στις μικρές μαργαρίτες
και στο καταπράσινο χορτάρι που κέντησε η άνοιξη.
Μοναδικές στιγμές που ξέκλεψα, δουλειά και
θαυμασμός μαζί όσο κοιτώ γύρω μου τη φύση.


Γοργά περνούν οι μέρες και η γη φορά πάλι τα γιορτινά
της έτοιμη να δεχτεί τους μουσαφίρηδες .
Τα παραθυρόφυλλα των δέντρων ένα χειμώνα ολάκερο
έμειναν κλειστά, τώρα διστακτικά ανοίγουν.
Τόση ομορφιά, όπου να πέσει η θολή μου ματιά
κρυσταλλώνει μετρώντας κάθε λεπτό, ξεχνώντας
τι κατέγραψε.


Μοσχομυρίζω κι’ αναπνέω.
Ακούω το κλάμα του νεογέννητου κάθε φορά που σκάει
το μπουμπούκι, κάθε φορά που ανοίγουν τα νυσταγμένα
μάτια στα κλαδιά.



Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

ΣΤΟ ΣΤΑΣΙΔΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Γεμίζω το ποτήρι με νερό αγιασμένο
όλα τα χρόνια στάλα – στάλα σαν να ήταν μοναδικό      
πάνω στη γη. Πέρασε κι’ έφυγε ο χειμώνας στεγνός
με ψεύτικο ήλιο.

Τέτοιες στιγμές τις αντικρίζω να ξεκουράζονται 
στο στασίδι του χρόνου.
Πλανήθηκαν ορδές ανθρώπων μέσα στο κάλπικο,
στο εφήμερο, στο λίγο που τώρα κάναμε σημαντικό.
Καθ’ ένας από μας πήρε το δρόμο του.

Μουσκεμένοι γιοί και κόρες στύβουν τα ρούχα τους.
Παραδίπλα ρίχνει το φως του, το αναμμένο φωτιστικό
και παρελαύνουν οι ίδιοι.
Γέλια και αναπόληση ανεβαίνει ψηλά όπως το λιβάνι
το απόγευμα του Σαββάτου.

Απομακρύνσου νοσταλγία, πίσω από μένα έρχονται
και άλλοι, φύγε με κούρασες.


Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΜΗΝΥΜΑΤΑ

Χλωμά πρόσωπα στου δρόμου τη φυγή παιδιαρίζουν
στην προσπάθεια τους να αναστήσουν σκηνές.
Ξεβγαλμένα ρούχα στο δάκρυ και στην ακριβή κολόνια
που σκορπούν μυρωδιές στη συνοικία της γενιάς μας.
Διαρκεί το διάβα της ζωής σ΄ αυτή τη δική μου αναζήτηση
του θησαυρού, μα, όχι ξεγελάστηκα.

Έφεξε η μέρα, σκύβω να νίψω τα χέρια και το πρόσωπο,
να νοικοκυρέψω θέλω της πτωχής καρδιάς μου
τη κάμαρα.
Ήρθε ο συνοδοιπόρος, ακούς; Με καλεί να προβάλω.
Μέρωσε θλίψη, ίσως το σήμερα ανθίσει από
τα αποκαΐδια του χθες, ίσως λέω, ίσως.
Ο ήλιος χρόνια ανατέλλει κι  αν πέρασαν νύχτες,
κι  αν πέρασαν βαρυχειμωνιές.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΤΙΜΙΑ ΠΕΤΡΑ

Περπάτησα πάνω σε πέτρες και ερείπια.
Άκουσα παιδικά γέλια και κλάματα, άκουσα
το νανούρισμα της μάνας και δίπλα στα χαμόσπιτα τρεχούμενο νερό.
Ανέβηκα και κατέβηκα υψώματα, μουσκεμένα
τα πόδια μου από τους ιδρώτες των πατεράδων.
Αιώνων φωνές στους θάμνους φωλιάζουν,
οι ψαλμωδίες μακρινά τιτιβίσματα πουλιών από
την  απέναντι ράχη.
 
Ο κτύπος της καμπάνας ξεχύνεται
στα γειτονικά ρέματα με τα γεράκια να προσκυνούν
στρώνοντας τις φτερούγες τους.
Δύο κεριά αναμμένα στην άμμο.
Στον ήλιο  στεγνώνει από την υγρασία
το πλακόστρωτο.

Επισκέψεις μέσα από τα στενά μονοπάτια,
το γαλαζοπράσινο χαλί στρωμένο,
αφεντάδες, πραματευτές και προεστοί
σε μια άλλοτε  συντροφιά.
Τώρα τέσσερα ίχνη βοσκούν στη σιγαλιά.
Ερήμωσε ο τόπος, παντού σιωπή ως να σημάνει
η καμπάνα.
 
Mέσα από τη γραφίδα της ιστορίας παίρνουν
ζωή κι’ ανάσα τα χαλάσματα.