Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΤΙΜΙΑ ΠΕΤΡΑ

Περπάτησα πάνω σε πέτρες και ερείπια.
Άκουσα παιδικά γέλια και κλάματα, άκουσα
το νανούρισμα της μάνας και δίπλα στα χαμόσπιτα τρεχούμενο νερό.
Ανέβηκα και κατέβηκα υψώματα, μουσκεμένα
τα πόδια μου από τους ιδρώτες των πατεράδων.
Αιώνων φωνές στους θάμνους φωλιάζουν,
οι ψαλμωδίες μακρινά τιτιβίσματα πουλιών από
την  απέναντι ράχη.
 
Ο κτύπος της καμπάνας ξεχύνεται
στα γειτονικά ρέματα με τα γεράκια να προσκυνούν
στρώνοντας τις φτερούγες τους.
Δύο κεριά αναμμένα στην άμμο.
Στον ήλιο  στεγνώνει από την υγρασία
το πλακόστρωτο.

Επισκέψεις μέσα από τα στενά μονοπάτια,
το γαλαζοπράσινο χαλί στρωμένο,
αφεντάδες, πραματευτές και προεστοί
σε μια άλλοτε  συντροφιά.
Τώρα τέσσερα ίχνη βοσκούν στη σιγαλιά.
Ερήμωσε ο τόπος, παντού σιωπή ως να σημάνει
η καμπάνα.
 
Mέσα από τη γραφίδα της ιστορίας παίρνουν
ζωή κι’ ανάσα τα χαλάσματα.