Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

ΤΡΙΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 1453


Πάνω σε λεκιασμένο χαρτί έγραψα στίχους
που μου υπαγόρεψε η βροχή.
Ξημέρωμα Τρίτης, σήμερα ήταν που έσβησε
ο λύχνος της ανατολής.
Ορδές προσώπων σκοτεινών,κόκκινα μάτια
και πέφτει πληγωμένος ο δικέφαλος αετός.

Σωπαίνω και ακούω τις στάλες της μπόρας
να σιγοψέλνουν της Αλώσεως τον θρήνο.
Ψάχνω να βρω πίσω απ' τα σύννεφα την ελπίδα.
Δεν κάνω ευχή, επίκληση ξεστομίζω να βρω
τις χρυσές του περικνημίδες, να τις προσκυνήσω ποθώ.

Ακουμπώ πάνω στο βωμό που έχτισα απ' τα ερείπια
των τειχών λίγο λιβάνι, δυο κλάδους δάφνης
πλεγμένους με ελιά.
Αναπαυθείτε γενναίοι,θα ορθρίσει,θα πλύνουμε
τις πληγές σας με το πρωινό δροσό της ελληνικής υπαίθρου.




Προσωπικό σχόλιο:Τρύγησα τα συναισθήματα της σημερινής ημέρας.
Η θλίψη των συμφορών του γένους αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξης μας.
Δεν θα μπορούσα να μείνω παγερός θεατής αυτής της επετείου κοιτώντας πίσω
 από τη γυάλινη προθήκη της λησμονιάς.

Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

ΞΕΦΥΛΛΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Ένας πολύχρωμος μήνας, μόνη ωραιότητα η φύση γύρω μας.
Όσο ο χρόνος τρέχει σαν παιδί αμούστακο τόσο
οι ζωές μας προσεγγίζουν το μετά...
Ζεστές ημέρες και οι σκέψεις μας σκίαστρο στον ήλιο
τον ζεστό, υγρό φιλί στο διψασμένο χαμόγελο.
Γυμνό σώμα πίσω από τις φυλλωσιές κρυμμένο
από τα νοσηρά μυαλά μιας ανέραστης ύπαρξης.
Πολεμά το γνώριμο, κλείνει τα μάτια στο έργο που ζει,
φτωχαίνει χάνοντας την άνοιξη πετώντας της πέτρες.

Ποιος άραγε να μπορεί να εξηγήσει της φύσης
την αντίφαση των εποχών!
Κλεμμένα λόγια και αισθήσεις νεκρές και τώρα
ανθούν παντού. Δεν άντεξε κανείς να μιλήσει
για τα νόθα αισθήματα όπως τα λένε, όσοι το έκαναν
είναι γιατί τα ζήλεψαν.
Αναθεμάτισαν ότι δεν έχουν και τώρα τριγυρνούν
με πικρό το στόμα. Αγριεμένα πρόσωπα και σκοτεινά
δίχως χαμόγελο, στοιχίζει βλέπεις.
Κρατούν τα ιμάτια τους μαζεύοντας λουλούδια
για να πλέξουνε στεφάνι,κλείνει η πόρτα πίσω
τους και βλέπεις κρεμασμένα αγκάθια.