Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

ΜΕΛΑΝΟΔΟΧΕΙΟ ΓΕΜΑΤΟ ΘΑΛΑΣΣΑ


Ένα κομμάτι ξύλο ξεβράστηκε μπροστά μου, το πήρα,
το  έκλεψα  και  πήγα να γράψω πάνω 
στη γαληνεμένη της όψη.
Άκουσα να ψιθυρίζει κοιτώντας τ’ ουρανού τα μάτια.
Μιλούσαν κι αφουγκράστηκα με της ψυχής 
τ’ αυτιά για έναν που τον έλεγαν Παθιασμένο ‘Έρωτα, 
μα ξέρω πως γι’ αυτούς μιλούσαν. 
Ήπια αλατόνερο θέλοντας να κλέψω τα μυστικά της.
Μου χαμογέλασε, με χάιδεψε με το κύμα 
της μα δε μου μίλησε.
Αποτραβήχτηκα σαν άμπωτη στην άμμο 
μη σταματώντας να τους κοιτάζω.
Τη μια γινόμουν ουρανός, την άλλη θάλασσα.