Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΗ ΚΛΗΣΗ


Στυλοβάτες και μύστες
των ονείρων και ξάφνου ο κρότος
διαρρηγνύει της νύχτας την απάτη.
Ερημιά παντού,
γύρω μας κλέφτες και ζητιάνοι.
Η γη πονά, κουρασμένα μέλη
στέκουν όπου βρουν
και πίνουν από τους νερόλακκους.

Έκανα να προσπεράσω
μα στάθηκα άτυχος,
σκόνταψα στου παρελθόντος
τα τσακίσματα.
Βγήκε η κραυγή μου κι ύστερα
ξύπνησα πάλι μονάχος.
«Δυο λόγια προσευχής πήγα να πω...»
Σα τηλεφώνησα στον αριθμό
που μου δώσαν  δεν έλαβα απόκριση.

Περνά η ώρα, θαρρώ δε το ξέρω;
Κι όμως αδυνατώ να φύγω,
καθρέφτες γεμάτοι ίχνη
και εγώ στέκομαι εμπρός τους.
Ξανά τηλεφωνώ μη και κάποιος το σηκώσει.
Γελάστηκα,
θέλω να φύγω,να πετάξω, ν' αφήσω θέλω πίσω
όσα ποθούσα και τώρα πάλιωσαν.