Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

ΟΙ ΜΕΤΟΠΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ

Σαν κοίταξα ξοπίσω μου
κι αυτά τα μόνα ίχνη των ποδιών μου χάθηκαν.
Μονομιάς σβήστηκαν από την άμμο
λες και στο σήμερα δεν ήρθα από το χθες.

Μπερδεύτηκαν οι αναμνήσεις
με τις επιθυμίες μας.
Μακρύς ο δρόμος
κι ο επιστάτης μας χτυπά με το κνούτο.
Πονούν οι σκέψεις,
διψούν, γυρεύουν, μα μάταια.

Οι μετόπες της ζωής μας λεηλατήθηκαν.
Τσακισμένη στα δύο η αλαβάστρινη φιάλη της καρδιάς.
Πώς να συλλέξω της δροσιάς τις στάλες!
Διαβάτης όλα αυτά τα χρόνια,
ξωμερίτης στο κεφαλόσκαλο σου.
Μα ακόμα ν’ αντικρίσω τα ίχνη σου
πάνω στο λευκό του μάρμαρο.

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

ΜΥΣΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ

Τσαλακωμένο το χαρτί
γραμμένο με τον χυμό του λεμονιού.
Μνήμες που ξεθωριάζουν
όταν πλυθούν με δάκρυα.
Φύσηξε στο στόμα
και το φιλί πέταξε μακριά.
Μετά σιωπή και μοναξιά.
Λεμόνια στημένα
όμως οι λέξεις χάθηκαν
μα το κερί σιγοκαίει μερόνυχτα.

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΑ ΘΕΛΗΜΑΤΑ

Μέσα σ’ ένα μισοάδειο ποτήρι
αντικατοπτρίστηκε όλη η ζωή ως τα τώρα.
Άκρατος οίνος της ψυχής το απόσταγμα,
μεθώντας αναζήτησα τις ψευδαισθήσεις.
Μετακυλήθηκε ο κόσμος μας όλος,
αποζητά την κάθαρση μέσα στο ποτήρι αυτό.

Στου φθινοπώρου τα κελάρια
φώλιασαν οι σκέψεις, οι αγάπες μεταναστεύουν.
Ξεγυμνώθηκαν μεθυσμένες απ’ τις αλήθειες οι ψυχές μας
όπως τα δένδρα τώρα.
Κιτρινισμένα φύλλα,
παρασυρμένα από τον άνεμο.

Σιωπηλά μιλάμε, ομολογούμε τα φυλακισμένα μας θελήματα.
Στοιχισμένα πίσω από τις σκιές των γραμμών.
Πλαγιάζει ο ήλιος αποκαμωμένος
κι από κοντά ο αστάθμητος  λογισμός μας.

Πριν πεις διαδόθηκαν,
πριν τα φανερώσεις κιόλας ματιάστηκαν.
Σαν τα πουλιά που ήρθανε κάποια άνοιξη
και φεύγουν ένα φθινόπωρο.
Έτσι κι αυτά λογίζονται.



Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ ΤΟΥ ΝΩΕ

Φτερούγισα απ’ την κιβωτό του Νώε
γυρεύοντας να βρω το δίκιο του ουρανού.
Μέρες τ’ αναζητούσα,
ύστερα  δίψασα από την άλμη του κόσμου.
Να πιω καθάριο νερό
από των λόγων Του θέλησα.
Στάθηκα σε μια μαρμάρινη κρήνη
Γεύτηκα τις αλήθειες Σου
και πάλι πέταξα γυρεύοντας.



Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ

Σαν έφυγε ο Αύγουστος
λες και σκόρπισε πίσω του φιλέματα.
Ασήμωσε την θάλασσα ολάκερη στο διάβα του.
O ήλιος φανερώνει τ’ ασήμια.
Μονολογώ σαν βλέπω τούτο τον πλούτο
να διαφεντεύει η θάλασσα η άκληρη.
Αλαργεύει η γη μέρα τη μέρα,
σαν τις ψυχές μας που πέταξαν μακριά.
Έμειναν ανήλιαγες
κι όταν στέρεψαν τα μάτια από δάκρυ
δίψασαν και αυτές.
Όλος ο κόσμος μάζεψε από τούτα τα νομίσματα.
Πίστεψε σε μια αξία κάλπικη,
μα είναι οι ζωές μας γυμνές και κνώδαλα.

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

ΣΒΟΥΡΕΣ

Βιβλίο ξεχασμένο στη σοφίτα.
Μες  στις σελίδες του γραμμένα μυστικά.
Λόγια στοιβαγμένα μαζί με τα λιγοστά μας υπάρχοντα.
Σε κάθε του πρόταση το αύριο και το χθες μαζί,
μάχονται για κάτι που δεν τους ανήκει
και αυτό είναι η ίδια η ζωή.
Σβούρες στο πλακόστρωτο στροβιλιζόμενες
γύρω από τον άξονα της φαντασίας.

Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

Ο ΗΧΟΣ ΤΗΣ ΚΛΕΨΥΔΡΑΣ

Τις νύχτες ο ήχος της κλεψύδρας
αντηχεί πιο δυνατά στο δωμάτιο.
Συνοδεύει τον ρυθμό των λέξεων της προσευχής.
Βρίσκουν τον βηματισμό τους
οι σκέψεις που πρωτύτερα ξεγλίστρησαν.
Η λησμονιά εγκαταλείφθηκε έρημη στην τύχη της
μαζί με τον κόσμο.
Μοιάζει να θέλει να φέξει νωρίτερα η μέρα,
αδύναμη κι αυτή όμως προσμένει.
Τούτη την ώρα οι αξίες τους υποτιμήθηκαν,
αδύναμες να  εξαγοράσουν τα λιγοστά μου δάκρυα.
Φεύγει η άμμος,
κατρακυλά και μαζί της παρασέρνει
το λάθος, το ψέμα, την απάτη.
Ανήμπορος ο σπόρος να ριζώσει πάνω της.
Δεν υπάρχω,
όμως όλοι τους με βλέπουν.
Κοπιάζω να σταθώ την ώρα που με παρασύρουν
οι στιγμές.

Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

ΕΘΙΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Aγριεμένοι αετοί τα συναισθήματα.
Το σώμα αχνό σύννεφο
παρασυρμένο  στο ξεστράτισμα του ανέμου.
Νικά η αυγή του μυαλού το σούρουπο.
Είδωλα, αντικατοπτρισμός
της θέλησης πάνω στην ψυχή.
Επιχρυσώθηκαν τα μυστικά
στο φως του ήλιου.
Η νύχτα ψες πέρασε νοσταλγικά,
το σήμερα καρτερικά ελπίζει.
Αδεινά χέρια,
πώς να κρατήσεις το παιχνίδι
του παιδικού σου φίλου!
Εθιμικό δίκαιο
κι όμως ξέρεις πως δεν σου ανήκει.

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Απόψε σίγησαν τα νυχτοπούλια,
κι  οι γρύλοι, σώπασε  ο γκιώνης.
Και το φεγγάρι κρύφτηκε
αρνούμενο να φωτίσει
της Πόλης τ' ατιμασμένο σώμα.
Παντού απλώθηκε σκοτάδι
και ο ζόφος της Κασσιανής,
κι αυτός τώρα θάρρεψε.
Ο ανθοστόλιστος Μάης ραίνει
πολεμιστών τ’ αγιασμένα σώματα.
Άντρες, γυναίκες και παιδιά
στα τείχη και στις εκκλησιές θυσιασμένοι.
Ερημωμένη γη,
ξεδιψασμένη λαύρα από των ποταμών το αίμα.
Απόθανε  λένε της ανατολής η κόρη
κι από κοντά της ο Κωνσταντίνος ο Δραγάσης.
Γιος της Υπομονής, μα τούτος καρτερικά προσμένει
να ακούσει του αγγέλου κείνο το σάλπισμα.

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

ΝΟΘΟ ΠΑΙΔΙ

Λιγόστεψε το φως,
μετά εισέβαλε η νύχτα,
νόθο παιδί της μέρας μου είπανε είναι.
Κρυφοί διαβάτες,
σιωπηλοί πεζολάτες  που ασημώνουν
καθώς ζυγώνουν και αλαργεύουν .

Ένα άκλαυτο δάκρυ,
αστείρευτο, που δείχνει δρόμο στο φεγγάρι.
Ψωμί  λειψανάβατο που ξέμεινε,
μεσιακό λάφυρο του χθες και του αύριο.

Στενάχω ως ότου βγω στο ύψωμα
ύστερα λιγόστεψε το φως,
μετά εισέβαλε η νύχτα,
νόθο παιδί της μέρας μου είπανε είναι.

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ

Ύστερα ήρθε ένας άγγελος
και έσπασε τις στάμνες
που ‘χε κρεμασμένες στα φτερά του.
Έβρεχε χρώματα παντού,
γύρω μας όλα αλλιώτικα.

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

O ΤΟΠΟΣ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

Με πόδια ξυπόλητα
πάνω σε πέτρες μυτερές κι αγκάθια.
Αργεί να ξημερώσει,
όσο κοιτώ τον ουρανό
μοιάζει η σελήνη να με περιγελά.
Βαστώ στα χέρια μου
ένα μπουκάλι αδειανό.
Πάει καιρός που περπατώ,
σαν θα χαράξει η Παρασκευή
εκεί θέλω να στέκω  από τους πρώτους.
Νύχτα ολάκερη ανήσυχη μα και βουβή
από τη μέρα εκείνη που έκλαψα.
Πέρασε η ζωή ζητιανεύοντας τον ήλιο
μα  η σελήνη πεισματικά αρνείται να δύσει.
Χτυπώ τις πόρτες των ανθρώπων
και παρακαλώ να στάξουν στο μπουκάλι μου
λίγη συμπόνια.
Βρίσκω και κρίνους στο δρόμο μου
και αυτοί φιλότιμα προσφέρουν τ’ άρωμα τους.
Και τριαντάφυλλα και βιολέτες βρίσκω,
οι πασχαλιές απλόχερα δακρύζουν στο μπουκάλι μου.
Κοντεύει να γεμίσει , αλλά και τ’ αρμυρήθια
του γιαλού από μακριά μου νεύουν.
Κοντοζυγώνω στης ανατολής  τον τόπο.

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ Η ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ.

Κι’ αφού ύστερα σίγησαν τα όπλα
αντήχησαν οι ψαλμωδίες.
Ξέστηθες ψυχές στέκουν παλληκαρήσια
αντίκρυ σ’ αυτό που ονοματίζουμε αλήθεια.
Στα περάσματα φωλεύουν
θηρία αγριεμένα,
 κι’ αυτά πιότερο σαστίζουν
σαν ακούσουν την ανθρώπινη λαλιά.
Βγήκα στο ξέφωτο, η ώρα τρέχει να ξεφύγει
μα ΄ γω μένω στάσιμος κι αμίλητος.
Κοιτώ σε κάθε σημείο του ορίζοντα,
σταυροκοπιέμαι και μονολογώ.
Το χώμα ξερό και διψασμένο από καιρό.
Η σκέψη μου παρασυρμένη
στης μοναξιάς την προσφυγιά.
Θαμμένα σώματα τριγύρω μου,
μνημούρια ιδεών και πεποιθήσεων που σκόνταψαν.
Ακούγονται οι ψαλμωδίες ακόμα
όσο ξεμακραίνω και η νύχτα πέφτει.
Ο φανοκόρος διώχτηκε από το πόστο του.
Η ανατολή γεννά το φως κι αυτό φασκιώνει
των ματιών μας την ειλικρίνεια.






Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ

Γεμάτα τα σταχτοδοχεία
στο τραπέζι με αποτσίγαρα.
Νομίζεις πως σβήνουν οι σκέψεις
στο τελευταίο ρούφηγμα.
Πλανεμένη νιότη που εξορίστηκε.
Δυσανάγνωστο το αύριο
γραμμένο στη μεμβράνη της ψευδαίσθησης .
Όνειρα αδιάκριτα θωπεύουν τις νύκτες.
Στην έδρα των δικαστών μαρτυρώ,
ενάγον και εναγόμενος.
Εκεί που ο δρόμος τελειώνει
άφησα την ελεημοσύνη.
Φανερώθηκε  ο εαυτός μας στα θολωμένα τζάμια,
μάτια κλειστά, σώματα ανήμπορα.

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

ΜΕΣΟΒΑΣΙΛΕΙΑ

Γέμισα ένα μπουκάλι σύννεφα.
Φυλάκισα τον ουρανό
και λίγο - λίγο θέλησα να τον απολαμβάνω.
Ελευθερία που οξειδώθηκε
απ’ τις βροχές οδοιπορώντας
στο κακοτράχαλο μονοπάτι.
Κηρύττουν για παμψυχισμό τριγύρω
μα μόνη η ψυχή μου στέκει.
Μισογεμάτο το μπουκάλι τώρα,
λιγοστεύει ο ουρανός που φύλαγα.
Στερήθηκα πολλά χρόνια.
Σαν πιώ δυο γουλιές γίνομαι
άγγελος που προβάλει στα όνειρα μου.
Νύχτες που ξηλώθηκαν,
ημέρες που υφάνθηκαν.
Δημεγέρτης, καταζητούμενος
από τις αρχές του άνυδρου αυτού τόπου.
Διψασμένα στόματα, χείλη στεγνά
που μεταλαμβάνουν από τα χέρια μου.
Κι ύστερα το μπουκάλι γεμίζει πάλι.