Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

ΜΕΣΟΒΑΣΙΛΕΙΑ

Γέμισα ένα μπουκάλι σύννεφα.
Φυλάκισα τον ουρανό
και λίγο - λίγο θέλησα να τον απολαμβάνω.
Ελευθερία που οξειδώθηκε
απ’ τις βροχές οδοιπορώντας
στο κακοτράχαλο μονοπάτι.
Κηρύττουν για παμψυχισμό τριγύρω
μα μόνη η ψυχή μου στέκει.
Μισογεμάτο το μπουκάλι τώρα,
λιγοστεύει ο ουρανός που φύλαγα.
Στερήθηκα πολλά χρόνια.
Σαν πιώ δυο γουλιές γίνομαι
άγγελος που προβάλει στα όνειρα μου.
Νύχτες που ξηλώθηκαν,
ημέρες που υφάνθηκαν.
Δημεγέρτης, καταζητούμενος
από τις αρχές του άνυδρου αυτού τόπου.
Διψασμένα στόματα, χείλη στεγνά
που μεταλαμβάνουν από τα χέρια μου.
Κι ύστερα το μπουκάλι γεμίζει πάλι.