Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

O ΤΟΠΟΣ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

Με πόδια ξυπόλητα
πάνω σε πέτρες μυτερές κι αγκάθια.
Αργεί να ξημερώσει,
όσο κοιτώ τον ουρανό
μοιάζει η σελήνη να με περιγελά.
Βαστώ στα χέρια μου
ένα μπουκάλι αδειανό.
Πάει καιρός που περπατώ,
σαν θα χαράξει η Παρασκευή
εκεί θέλω να στέκω  από τους πρώτους.
Νύχτα ολάκερη ανήσυχη μα και βουβή
από τη μέρα εκείνη που έκλαψα.
Πέρασε η ζωή ζητιανεύοντας τον ήλιο
μα  η σελήνη πεισματικά αρνείται να δύσει.
Χτυπώ τις πόρτες των ανθρώπων
και παρακαλώ να στάξουν στο μπουκάλι μου
λίγη συμπόνια.
Βρίσκω και κρίνους στο δρόμο μου
και αυτοί φιλότιμα προσφέρουν τ’ άρωμα τους.
Και τριαντάφυλλα και βιολέτες βρίσκω,
οι πασχαλιές απλόχερα δακρύζουν στο μπουκάλι μου.
Κοντεύει να γεμίσει , αλλά και τ’ αρμυρήθια
του γιαλού από μακριά μου νεύουν.
Κοντοζυγώνω στης ανατολής  τον τόπο.