Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

ΟΙ ΘΡΗΝΟΙ ΤΩΝ ΣΚΙΩΝ

Ένα αγιοπότηρο γιομάτο απ' το αίμα των Αγίων Ποντίων,
ξεδιψά τα χείλη των τιποτένιων εκείνων Ελλήνων
που στέγνωσαν τα χείλη τους υμνώντας τα σάπια κουφάρια των βέβηλων
της μαυροφορεμένης μας φυλής.

Στις ερημιές του Πόντου ακόμα οι θρήνοι βοούν,
μοιάζουν με τα κρυμμένα μυστικά,
με  τα όνειρα που έμειναν να παίζουν στις σκιές.

Τα νήματα του χρόνου έπλεξαν την ιστορία
βαμμένα κόκκινα απ' το αίμα των μαρτύρων.
Στάθηκε απέναντι τους του μέλλοντος ο ιστορικός
και έγιναν γι' αυτόν τα νήματα αυτά αγχόνη.

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Αλλάζουν τα πρόσωπα
μα όλα είναι τόσο ίδια.
Στο πέρυσι εισέβαλε το φέτος ξεδιάντροπα.
Πάλιωσαν τα αισθήματα,
ξεθώριασαν στον ήλιο του καλοκαιριού.
Κονταίνει και πλαταίνει η μνήμη
όπως η άμμος στων κυμάτων τα καπρίτσια.
Μοιάζουν με κουρέλια τα φύκια στην ακτή
όπως πάλιωσαν οι στιγμές και γίνηκαν νοσταλγία.
Και πάλι το φέτος θα γίνει πέρυσι.

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

ΤΗΣ ΘΥΓΑΤΕΡΑΣ Ο ΧΑΜΟΣ

Θρηνεί  ακόμα ο Μάης το χαμό της,
μια θυγατέρα έχασε όμορφη.
Στάζει δάκρυ και αίμα τώρα το βασιλικό λαδόπανο
που βάσταζε τότε στα χέρια του ο νουνός της.
Στα χέρια  ‘ κείνα  αναστήθηκε, γυναίκα όμορφή
και ζηλεμένη που ως τα τώρα στέκει.
Μα ύστερα από τ’ αξημέρωτο ήρθε φωτιά,
φωνές και σκύλοι λυσσασμένοι αλυχτούν στα καλντερίμια.

Βροντούν του κάτω κόσμου τα τύμπανα,
και δαίμονες σιδερόφραχτοι αλαλάζουν.
Διψούν,
ζητούν με των Ρωμιών το αίμα
να γράψουν το παρελθόν των απογόνων τους.

Στοιβαγμένα τα κορμιά στους παράδρομους
και στις πλατείες.
Και οι εκκλησιές άγια ποτήρια γεμάτα αίμα!
Ερείπια και έξω επαιτεί η αριστοκρατία,
της συγκλήτου τα χρυσά νομίσματα  ιερά συλημένα.

Σαν ήρθε εκείνη η άτιμη η ώρα, η κόρη ξεψυχά,
ανήμπορη ν’ αντισταθεί στο ουρανού την προσταγή.
Αποχαιρετά η πνοή το σώμα
σαν κλείσει και ο  τελευταίος Βασιλιάς τα μάτια του.
Βασίλεψε ο ήλιος μα το στεφάνι αστραποβολεί
του μαρτυρίου και της ιστορίας την ασάλευτη καθέδρα.

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

ΜΕΡΕΣ ΜΙΣΑΚΕΣ

Μια πολύβουη σιωπή όπου και αν κοιτάξω γύρω μου.
Φυλακίστηκαν οι άνθρωποι στα ψέματα τους
μα μήτε που θέλουν να ζητήσουν επισκεπτήριο.
Αστραπή που έπεσε μου μοιάζει το σήμερα,
φως και βροντή,
μετά σιωπή.

Φορτώθηκαν οι αποσκευές
μα τα χελιδόνια διστάζουν για να έρθουν.
«Μη κι έχουν δύστροπο γείτονα;» αναρωτιέμαι!
Οι μέρες κυλούν μα φέτος μισακές
πάνω στης θάλασσας τα κύματα.

Μια χούφτα άνθρωποι απόμειναν,
περιδιαβαίνουν του χωριού τα καλντερίμια.
Ντύθηκαν με τα καλά τους μόλις απόλυσε η Πασχαλιά.
Κρέμασαν χαμόγελα
πάνω σε πρόκες που τρεμοπαίζουν όμως στους φουσκωμένους τοίχους από την υγρασία.



Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Δεν έλεγε να κοπάσει αυτός ο άνεμος,
για μέρες μου ψιθύριζε τα μέλλοντα.
Έτρεχα να φύγω απ’ τις ριπές του
μα έτρεχε ξοπίσω μου επίμονος.
Στο τζάκι καίγονταν αμαρτίες ασυγχώρητες,
καπνίζοντας τ’ αερικά που έστεκαν στην καμινάδα.

Νωρίς το πρωί
και για λίγο αποκοιμήθηκε ο νους
ακουμπισμένος στης προσευχής το τεμπελόξυλο.
Μέρες σκιερές ,
κρυμμένες απ’ του ήλιου τις ακτίνες.
Άκουσα στο καλντερίμι τους διαβάτες.
Ανασηκώθηκα, έκαμα το σταυρό μου.
Έριξα δυο λουβιά μοσχοθυμίαμα
στην ανθρακιά, τα ΄βαλά στο μπρούτζινο
λιβανιστήρι.

Απολαχάνει η νύχτα μονολόγησα,
χαράζει και ποιος ξέρει, το σήμερα τι θα γράφει, είπα.
Ένιψα με αγιασμό το πρόσωπο μου,
έσταξα στο στεγνωμένου μου το στόμα.
Τράβηξα την εξώπορτα πίσω μου
και κίνησα και σήμερα να συναντήσω τη ζωή μου.