Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Δεν έλεγε να κοπάσει αυτός ο άνεμος,
για μέρες μου ψιθύριζε τα μέλλοντα.
Έτρεχα να φύγω απ’ τις ριπές του
μα έτρεχε ξοπίσω μου επίμονος.
Στο τζάκι καίγονταν αμαρτίες ασυγχώρητες,
καπνίζοντας τ’ αερικά που έστεκαν στην καμινάδα.

Νωρίς το πρωί
και για λίγο αποκοιμήθηκε ο νους
ακουμπισμένος στης προσευχής το τεμπελόξυλο.
Μέρες σκιερές ,
κρυμμένες απ’ του ήλιου τις ακτίνες.
Άκουσα στο καλντερίμι τους διαβάτες.
Ανασηκώθηκα, έκαμα το σταυρό μου.
Έριξα δυο λουβιά μοσχοθυμίαμα
στην ανθρακιά, τα ΄βαλά στο μπρούτζινο
λιβανιστήρι.

Απολαχάνει η νύχτα μονολόγησα,
χαράζει και ποιος ξέρει, το σήμερα τι θα γράφει, είπα.
Ένιψα με αγιασμό το πρόσωπο μου,
έσταξα στο στεγνωμένου μου το στόμα.
Τράβηξα την εξώπορτα πίσω μου
και κίνησα και σήμερα να συναντήσω τη ζωή μου.